Η επικοινωνία μεταξύ του ανοσοποιητικού, του νευρικού και του ενδοκρινικού συστήματος, αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της καλής υγείας.

Οποιαδήποτε διαταραχή σε αυτή τη λειτουργία, συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα ψυχικών και σωματικών ασθενειών, από καρδιαγγειακές παθήσεις έως κατάθλιψη και σχιζοφρένεια.

Οι άνθρωποι που βιώνουν άγχος και στρες είναι πιο πιθανό να έχουν και προβλήματα σωματικής υγείας.

Αυτό δείχνουν βιοδείκτες που εμπλέκονται στην αλληλεπίδραση μεταξύ του ανοσοποιητικού, του νευρικού και του ενδοκρινικού μας συστήματος, σύμφωνα με νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι δεν ευθύνονται μόνο σοβαρές στρεσογόνες εμπειρίες, όπως το πένθος, αλλά και χρόνιες προκλήσεις, όπως η οικονομική πίεση, που παρεμβαίνουν στην υγιή αλληλεπίδραση αυτών των συστημάτων.

Όταν το άτομο βιώνει στρες, ενεργοποιούνται σήματα μεταξύ του ανοσοποιητικού, του νευρικού και του ενδοκρινικού συστήματος, υποκινώντας οργανικές και συμπεριφορικές αλλαγές.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τις συγκεντρώσεις στο αίμα τεσσάρων βιοδεικτών σε 4.934 άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω που συμμετείχαν σε μια διαχρονική μελέτη για τη γήρανση που πραγματοποιείται στην Αγγλία.

Δύο από αυτές ήταν πρωτεΐνες που εμπλέκονται στην έμφυτη ανοσοαπόκριση στη φλεγμονή (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και ινωδογόνο) και δύο ήταν ορμόνες που εμπλέκονται στη φυσιολογία της απόκρισης στο στρες (κορτιζόλη και IGF-1).

Η ομάδα χρησιμοποίησε μια εξελιγμένη στατιστική τεχνική, λανθάνουσα ανάλυση προφίλ, για να αναγνωρίσει ομάδες δραστηριότητας βιοδεικτών.

Τρεις ομάδες εντοπίστηκαν και επισημάνθηκαν ως χαμηλού κινδύνου για την υγεία, μέτριου κινδύνου και υψηλού κινδύνου. Στη συνέχεια, οι ερευνητές εξέτασαν πώς η έκθεση σε στρεσογόνες συνθήκες κατά το παρελθόν μπορεί να επηρεάσει την πιθανότητα των ανθρώπων να ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου.

Διαπίστωσαν ότι η έκθεση σε αγχωτικές συνθήκες συνολικά, από το να είναι κάποιος άτυπος φροντιστής ανθρώπου με πρόβλημα μέχρι να βιώσει ένα πένθος ή διαζύγιο τα τελευταία δύο χρόνια, συνδέθηκε με 61% αύξηση της πιθανότητας να ανήκει στην ομάδα υψηλού κινδύνου τέσσερα χρόνια αργότερα.

Το αποτέλεσμα ήταν σωρευτικό, καθώς η πιθανότητα να ανήκει κανείς στην ομάδα υψηλού κινδύνου αυξανόταν κατά 19% για κάθε στρεσογόνο παράγοντα που βιώθηκε, για εκείνους που βίωσαν περισσότερες από μία στρεσογόνες καταστάσεις.

Οι άνθρωποι που ανέφεραν μόνο οικονομική πίεση -την αντίληψη ότι μπορεί να μην έχουν αρκετούς οικονομικούς πόρους για να καλύψουν τις μελλοντικές τους ανάγκες- είχαν 59% περισσότερες πιθανότητες, τέσσερα χρόνια αργότερα, να ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου.

Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Odessa S. Hamilton, δήλωσε: «Όταν το ανοσοποιητικό και το νευροενδοκρινικό σύστημα λειτουργούν καλά μαζί, διατηρούνται η ομοιόσταση και η υγεία. Αλλά το χρόνιο στρες μπορεί να διαταράξει αυτή τη βιολογική ανταλλαγή και να οδηγήσει στην ασθένεια.

Διαπιστώσαμε ότι το οικονομικό στρες ήταν πιο επιζήμιο για τη βιολογική υγεία, αν και χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να το αποδείξουμε με βεβαιότητα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι η συγκεκριμένη μορφή άγχους μπορεί να εισβάλει σε πολλές πτυχές της ζωής μας, οδηγώντας σε οικογενειακές συγκρούσεις, κοινωνικό αποκλεισμό, ακόμα και πείνα ή έλλειψη στέγης», εξηγεί.

ourlife.gr

(Επισκέφθηκε 3 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)