Τη σχέση της κατανάλωσης ελαιολάδου και του κινδύνου θνησιμότητας από άνοια εξέτασε αμερικανική μελέτη, αναδεικνύοντας τη σημασία της διατροφής στη σχετιζόμενη με την ηλικία γνωστική έκπτωση και θνησιμότητα.

Η άνοια, ο γενικός όρος για ένα φάσμα ασθενειών που επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να ανακαλεί λεπτομέρειες και γεγονότα, να επεξεργάζεται δεδομένα και να λαμβάνει ορθολογικές αποφάσεις, επηρεάζει πάνω από 55 εκατομμύρια άτομα και αντιπροσωπεύει πάνω από το 33% όλων των θανάτων ενηλίκων παγκοσμίως.

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην ιατρική, οδηγώντας σε συνολική μείωση της θνησιμότητας που σχετίζεται με τα καρδιαγγειακά νοσήματα (εγκεφαλικά επεισόδια και καρδιακές παθήσεις), οι τάσεις στον επιπολασμό της άνοιας και της θνησιμότητας που σχετίζεται με αυτή, είναι ανησυχητικά αυξητικές, με πάνω από 10 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις να αναφέρονται κάθε χρόνο.

Μεγάλης εμβέλειας έρευνες, ιδίως κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την πανδημία της COVID-19, αποκάλυψαν τη σύνθετη αλλά αναμφισβήτητη συσχέτιση μεταξύ των καλών συμπεριφορών υγείας (ιδίως του ύπνου, της σωματικής δραστηριότητας και της διατροφής) και της εξέλιξης χρόνιων ασθενειών. Παράλληλα, οι διατροφικές παρεμβάσεις διερευνώνται όλο και περισσότερο για τις ευεργετικές τους επιδράσεις στην πορεία των καρδιαγγειακών και των σχετιζόμενων με την ηλικία γνωστικών προβλημάτων.

Έχει βρεθεί ότι η μεσογειακή διατροφή και τα παράγωγά της (π.χ. η DASH – Dietary Approaches to Stop Hypertension), που βασίζονται στις παραδοσιακές διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της νότιας Ισπανίας, της νότιας Ιταλίας και της Κρήτης, έχουν αντιφλεγμονώδη και νευροπροστατευτική επίδραση.

Το ελαιόλαδο αποτελεί θεμελιώδες τμήμα της μεσογειακής διατροφής και είναι η κύρια πηγή ελαίου και λίπους. Είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, βιταμίνη Ε και πολυφαινόλες, ενώσεις πλούσιες σε αντιοξειδωτικά, οι οποίες με τη σειρά τους έχει παρατηρηθεί ότι καθυστερούν την εμφάνιση της άνοιας και μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.

Προηγούμενες μελέτες σχετικά με την κατανάλωση ελαιολάδου έχουν αποκαλύψει ότι η τακτική κατανάλωσή του, όταν συνδυάζεται με μια υγιεινή διατροφή πλούσια σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά και χαμηλή σε επεξεργασμένα λιπαρά και κρέατα, μπορεί να βελτιώσει αποτελεσματικά τα γνωστικά αποτελέσματα σε σύγκριση με τη σποραδική ή μη κατανάλωσή του. Δυστυχώς, οι περισσότερες μελέτες που διερευνούν τα πιθανά οφέλη του ελαιολάδου έχουν διεξαχθεί σε μεσογειακές χώρες, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία από άλλες χώρες.

Στη νέα μελέτη, οι επιστήμονες διερεύνησαν τις μακροχρόνιες επιδράσεις της κατανάλωσης ελαιολάδου σε 92.383 Αμερικανούς ενήλικες, για να διευκρινίσουν τυχόν πιθανές βελτιώσεις στα ποσοστά θνησιμότητας που σχετίζονται με την άνοια.

Εξέτασαν επίσης πώς μεταβάλλονται αυτά τα ποσοστά με βάση την ποιότητα της διατροφής (προσκόλληση στην υγιεινή διατροφή) σε συνδυασμό με την τακτική κατανάλωση ελαιολάδου. Στην μελέτη τους συμπεριέλαβαν συμμετέχοντες σε δύο προηγούμενες μακροχρόνιες μελέτες συσχέτισης (Nurses’ Health Study I και Health Professionals Follow-Up Study).

Τα δεδομένα της μελέτης συγκεντρώθηκαν σε μια περίοδο 33 ετών, μεταξύ 1990 και 2023, και αποτελούνταν από διετείς αξιολογήσεις των συνηθειών του τρόπου ζωής και του ιατρικού ιστορικού των συμμετεχόντων. Το ερωτηματολόγιο επικυρώθηκε από εμπειρογνώμονες σε μια μικρότερη δοκιμαστική ομάδα και περιλάμβανε περισσότερα από 130 στοιχεία. Για την αξιολόγηση της ποιότητας της διατροφής χρησιμοποιήθηκε μια τροποποιημένη έκδοση της βαθμολογίας του εναλλακτικού μεσογειακού δείκτη (AMED).

Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν πόσο συχνά κατανάλωναν συγκεκριμένα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των τύπων λιπών και ελαίων που χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα ή προστίθεντο στα γεύματα κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Η συνολική πρόσληψη ελαιολάδου προσδιορίστηκε με το άθροισμα των απαντήσεων σε 3 ερωτήσεις που αφορούσαν την κατανάλωση ελαιολάδου (δηλ. ελαιόλαδο που χρησιμοποιήθηκε για σάλτσες σαλάτας, ελαιόλαδο που προστέθηκε στο φαγητό ή στο ψωμί και ελαιόλαδο που χρησιμοποιήθηκε για ψήσιμο και τηγάνισμα στο σπίτι).

Δεδομένου ότι το αλληλόμορφο της απολιποπρωτεΐνης Ε ε4 (APOE ε4), της κύριας απολιποπρωτεϊνης στο υγρό που κυκλοφορεί στον εγκέφαλο, έχει ενοχοποιηθεί για αυξημένο κίνδυνο άνοιας, συλλέχθηκαν δείγματα αίματος από ένα υποσύνολο συμμετεχόντων για τον προσδιορισμό του γονότυπου APOE.

Οι ερευνητές έλαβαν υπόψιν συνμεταβλητές, όπως κάπνισμα, σωματικό βάρος, επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, εμμηνόπαυση, χρήση φαρμάκων και συμπληρωμάτων διατροφής.

Από τους 92.383 συμμετέχοντες (65,6% γυναίκες) που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, αναφέρθηκαν 4.751 θάνατοι που σχετίζονται με την άνοια κατά τη διάρκεια της 33ετούς περιόδου παρακολούθησης. Η μέση πρόσληψη ελαιολάδου σε όλες τις μελέτες βρέθηκε να είναι 1,3 g/ημέρα, με την προσκόλληση στη μεσογειακή διατροφή να εκτιμάται σε 4,5 και 4,2 μονάδες για τις μελέτες NHS και HPFS, αντίστοιχα.

«Η πρόσληψη ελαιολάδου συσχετίστηκε αντιστρόφως ανάλογα με τη θνησιμότητα που σχετίζεται με την άνοια σε μοντέλα με ηλικιακή διαστρωμάτωση και πολυμεταβλητά προσαρμοσμένα μοντέλα. Σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες με τη χαμηλότερη πρόσληψη ελαιολάδου, η συγκεντρωτική HR για θάνατο σχετιζόμενο με άνοια μεταξύ των συμμετεχόντων με την υψηλότερη πρόσληψη ελαιολάδου (>7 g/d) ήταν 0,72 (95% CI, 0,64-0,81), μετά από προσαρμογή για κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες και παράγοντες του τρόπου ζωής».

Το κύριο συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η σταθερή πρόσληψη ελαιολάδου, στο πλαίσιο μιας υγιεινής ισορροπημένης διατροφής, μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο θνησιμότητας που σχετίζεται με την άνοια λόγω ηλικίας στους Αμερικανούς, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Παραδόξως, βρέθηκε ότι η κατανάλωση άνω των 7 g/ημέρα ελαιολάδου, μειώνει τον κίνδυνο άνοιας ακόμη και εκτός πλαισίου μεσογειακής διατροφής, γεγονός που υποδηλώνει την ανεξάρτητη ικανότητά του να καθυστερεί την εξέλιξη της γνωστικής έκπτωσης.

Πηγή: onmed.gr

(Επισκέφθηκε 2 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)