Πολλά έχουν γραφεί μέχρι στιγμής για τον ρόλο των παιδιών στην μετάδοση του ιού SARS-CoV-2 και τη συμβολή τους στην πανδημία COVID-19. Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, ενώ τα παιδιά προσβάλλονται από τον SARS-CoV-2 δεν φαίνεται να μεταδίδουν τον ιό σε άλλους.

Επιπλέον τα παιδιά συνήθως έχουν ασυμπτωματική ή μέτρια νόσο, συγκριτικά με τους ενήλικες. Ειδικά τα παιδιά κάτω των 5 ετών είναι λιγότερο πιθανό να μεταδώσουν τον ιό.

Iδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια επιστημονική μετα-ανάλυση, η οποία έδειξε ότι τα παιδιά κάτω των 12- 14 ετών είναι λιγότερα ευάλωτα στη λοίμωξη συγκριτικά με τους ενήλικες.

Η πιθανότητα μετάδοσης αυξάνεται με την ηλικία, ενώ οι έφηβοι έχουν την ίδια δυναμική μετάδοσης με τους ενήλικες. Στις ΗΠΑ, τα κρούσματα σε μαθητές είναι περισσότερα στα λύκεια και ακολουθούν τα γυμνάσια και τα δημοτικά.

Ο παθοφυσιολογικός μηχανισμός (μικρότερης μετάδοσης του ιού από τα παιδιά) δεν έχει διαλευκανθεί πλήρως, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο μικρότερο μέγεθος των πνευμόνων των μικρών παιδιών και τη μικρότερη δυνατότητα παραγωγής αερολύματος (αιωρήματος σταγονιδίων) ή και στο μικρότερο δυναμικό μετάδοσης καθώς τα περισσότερα είναι εντελώς ασυμπτωματικά.

Σε πρόσφατη επιστημονική δημοσίευση στο περιοδικό Nature αναφέρεται ότι τα μικρότερα παιδιά δεν είναι πιθανό να συμβάλουν σημαντικά στη μετάδοση του SARS-CoV-2, ενώ για τα μεγαλύτερα ο κίνδυνος μετάδοσης είναι μεγαλύτερος.

Tα σχολεία ενδεχομένως να μην αποτελούν εστίες υπερμετάδοσης της λοίμωξης COVID-19, παρά τους ενδοιασμούς κατά την επαναλειτουργία τους μετά το προηγούμενο lockdown.

Ο συγχρωτισμός μεγάλου αριθμού ατόμων σε κλειστό χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα βοηθά στη μετάδοση των ιώσεων από άτομο σε άτομο.

Όμως, παρόλο που τα παιδιά μπορεί να μολυνθούν από τον κορονοϊό και να παράγουν ιικά σωματίδια, ωστόσο δεν καταγράφονται σημαντικές συρροές κρουσμάτων σε περιπτώσεις θετικών κρουσμάτων σε σχολεία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ιταλία περισσότερο από 65.000 σχολεία άνοιξαν το Σεπτέμβριο, ενώ παράλληλα άρχισε να σημειώνεται άνοδος των κρουσμάτων στην κοινότητα.

Κατά τον πρώτο μήνα λειτουργίας τους, μόνο 1.212 σχολικές μονάδες ανέφεραν κρούσματα COVID-19 και μάλιστα στο 93% των περιπτώσεων αφορούσαν μεμονωμένα κρούσματα που απομονώθηκαν έγκαιρα. Αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά στην Αυστραλία.

Στις ΗΠΑ, το ποσοστό των παιδιών που ήταν θετικά στον SARS-CoV-2 συνέχισε να αυξάνεται με το άνοιγμα των σχολείων και παράλληλα με τη συνολική επιδημική καμπύλη στην κοινότητα.

Ωστόσο, δεν μπορεί να καθοριστεί η συμβολή των κρουσμάτων μεταξύ παιδιών στη μετάδοση του SARS-CoV-2 στην κοινότητα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η συντριπτική πλειοψηφία των κρουσμάτων σε σχολεία αφορούν τους ενήλικες και όχι τα παιδιά.

Τα κυριότερα σημεία των προαναφερθέντων επιστημονικών δημοσιεύσεων έχουν συνοψίσει οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Ιωάννης Ντάνασης , οι οποίοι εξηγούν ότι «βεβαίως, σε περιοχές όπου η επιδημική δραστηριότητα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα θεωρείται ασφαλέστερη η λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Σημειώνεται, δε, ότι σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει μηδενικός κίνδυνος μετάδοσης της λοίμωξης COVID-19 και άρα δε θα πρέπει να εφησυχάζουμε, ωστόσο τα σχολεία φαίνεται να μην αποτελούν εστίες υπερμετάδοσης ειδικά σε περιοχές όπου η επιδημική δραστηριότητα διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα.

Συμπερασματικά, τα επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν τις ομάδες των μαθητών στους οποίους πρέπει να στραφούν κυρίως τα μέτρα πρόληψης της διασποράς της COVID-19.

 

 

www.ert.gr

(Επισκέφθηκε 5 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)